εσμός

εσμός
ο гурьба, ватага; рой; стая;

εσμός παιδίων — ватага ребят


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "εσμός" в других словарях:

  • ἐσμός — ἑσμός that which settles masc nom sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑσμός — that which settles masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εσμός — (I) ο (AM ἑσμός) 1. (για μέλισσες ή σφήκες) σμήνος 2. πλήθος, αγέλη, ομάδα («ὁ ἑσμὸς τῶν γυναικῶν», Αριστοφ. «ο εσμός τών αιχμαλώτων», Βιζυην.). [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. συνδέεται πιθ. με το ρ. έζομαι, ενώ πιο πειστική είναι η ερμηνεία τής λ. από σύνθετο ε… …   Dictionary of Greek

  • εσμός — ο πλήθος πυκνό, σμάρι, σμήνος: Εσμός μελισσών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐσμοῖσι — ἑσμός that which settles masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσμοί — ἑσμός that which settles masc nom/voc pl (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσμοῦ — ἑσμός that which settles masc gen sg (ionic) σμόω imperf ind mp 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσμούς — ἑσμός that which settles masc acc pl (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσμῶν — ἑσμός that which settles masc gen pl (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσμῷ — ἑσμός that which settles masc dat sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσμόν — ἑσμός that which settles masc acc sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»